Η αντίστροφη μέτρηση για τις αμερικανικές εκλογές έχει ξεκινήσει, με τους δύο υποψηφίους, Ντοναλτ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν να βρίσκονται αντιμέτωποι στην “τελική μάχη” για τον Λευκό Οίκο. Ο Σπύρος Λίτσας, Καθηγητής Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, εξηγεί στο enikos. gr την περιπλοκότητα της εκλογικής διαδικασίας, ενώ αναλύει το διακύβευμα αυτών των εκλογών και το προφίλ των δύο υποψηφίων.

Ποια είναι τα πιο σημαντικά δεδομένα που κάποιος πρέπει να γνωρίζει για τις Αμερικανικές Εκλογές;

  • Οι ψηφοφόροι της κάθε Πολιτείας ψηφίζουν εκλέκτορες για το Κολέγιο των Εκλεκτόρων και όχι απευθείας τον Πρόεδρο. Οι Εκλέκτορες της κάθε Πολιτείας ψηφίζουν τον υποψήφιο που υποδεικνύουν οι ψηφοφόροι που είναι αυτός που έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων (popular vote). The winner takes it all σε κάθε Πολιτεία, πράγμα που σημαίνει ότι όσο μικρή κι αν είναι η διαφορά στο επίπεδο του popular vote, ο νικητής «παίρνει» το σύνολο του αριθμού των εκλεκτόρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό στις Προεδρικές Εκλογές του 2000 που ο Al Gore, υποψήφιος των Δημοκρατικών, έχει 500.000 ψήφους περισσότερες από τον George W. Bush πανεθνικά αλλά εξελέγη ο δεύτερος αφού κέρδισε την Πολιτεία της Φλόριντα με μόλις 537 ψήφους διαφορά! Είναι προφανές ότι στο σημείο αυτό το σύστημα παρουσιάζει τη θεσμική δυσλειτουργία της μη αναγνώρισης της βαρύτητας της κάθε ψήφου ξεχωριστά. Από την άλλη όμως οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι σε ένα Ομοσπονδιακό κράτος όπως οι ΗΠΑ με την τόσο μεγάλη γεωγραφική επιφάνεια η σύνδεση του μέσου ψηφοφόρου με την Προεδρική εκλογή είναι όχι πάντα τόσο δεδομένη όσο στην Ευρώπη, οπότε το υπάρχον σύστημα εξασφαλίζει τουλάχιστον μια διαδικασία θεσμικής δημοκρατικής άμιλλας για τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά.
  • Οι εκλέκτορες συνολικά είναι 538. Η κάθε Πολιτεία έχει τόσους εκλέκτορες όσα και τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων (ο αριθμός τους καθορίζεται από τον πληθυσμό της κάθε Πολιτείας) συν των δυο Γερουσιαστών που η κάθε Πολιτεία διαθέτει ανεξαρτήτως πληθυσμού στο λόφο του Καπιτωλίου.
  • H Washington DC αν και δεν διαθέτει αντιπροσώπους στο Κογκρέσο, έχε 3 ψήφους στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων.
  • Ο «μαγικός αριθμός» που δίνει τη νίκη στον υποψήφιο Πρόεδρο είναι αυτός των 270 εκλεκτόρων.

Ποιο το κεντρικό διακύβευμα αυτών των Προεδρικών Εκλογών;

Θεωρώ αυτές τις εκλογές ίσως τις κρισιμότερες των τελευταίων δεκαετιών. Κυρίως γιατί οι ΗΠΑ βρίσκονται εμπρός σε σημαντικές επιλογές αναφορικά με την κατεύθυνση που θα πάρει το κράτος τις επόμενες δεκαετίες. Είναι φανερό ότι η οικονομική κρίση του 2008 αν και αντιμετωπίσθηκε σε θεσμικό επίπεδο δεν κατάφερε να «περάσει» στον πυρήνα της κοινωνίας με αποτέλεσμα την τμηματική αποδόμηση του Κοινωνικού Συμβολαίου. Κατά συνέπεια, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να οδηγούνται στην οικονομική εξαθλίωση που δημιουργεί με τη σειρά της ριζοσπαστικοποίηση σε κοινωνικό-ιδεολογικό επίπεδο, συγκρούσεις και ευρείας κλίμακας τριβές. Η άνοδος των ακροδεξιών σχημάτων από τη μια, η ενδυνάμωση της άκρας αριστεράς από την άλλη και οι διαρκείς αντεγκλήσεις δείχνουν ότι η εσωτερική κατάσταση στις ΗΠΑ προσομοιάζει με αυτή της τελευταίας φάσης του Πολέμου του Βιετνάμ που οι Αμερικανοί είχαν ξανά χωριστεί σε δυο στρατόπεδα. Ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών θα επηρεάσει και τη διεθνή θέση των ΗΠΑ. Τα 4 τελευταία χρόνια λειτούργησαν εξόχως αρνητικά για το διεθνές status των ΗΠΑ, με μοναδική σημαντική εξαίρεση τον κομβικό ρόλο που η Αμερικανική εξωτερική πολιτική έπαιξε στην υπογραφή της σημαντικής συνθήκης Ειρήνης μεταξύ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ισραήλ. Έχει πληγεί όμως καίρια ο διατλαντισμός, ,εξαιτίας του προστατευτισμού, πολιτικού και οικονομικού, που επέβαλε ο Donald Trump, με αποτέλεσμα σήμερα οι ΗΠΑ να έχουν χάσει «μέτρα» στο διεθνή στίβο. Από την άλλη βεβαία αξίζει να αναφερθεί ότι αν ο Joe Biden κερδίσει τις εκλογές και συνεχίσει την άβουλη εξωτερική πολιτική του Barack Obama κυρίως στη Μέση Ανατολή τότε η κρίση θα βαθύνει ακόμη περισσότερο για τη διεθνή θέση των ΗΠΑ, ενώ οι βασικοί ανταγωνιστές του κράτους ,Ρωσία – πρωτίστως – και Κίνα θα συνεχίσουν να ενισχύονται.

Ποια θα είναι τα «κλειδιά» των εκλογών αυτών;

Όσο μικρότερη αποχή υπάρξει τόσο πιο ευνοημένο θα είναι το Δημοκρατικό Κόμμα. Κι αυτό γιατί σε ποσοτικό επίπεδο οι Δημοκρατικοί είναι περισσότεροι στο σύνολο της χώρας ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι περισσότερο ομοιόμορφα εξαπλωμένοι στη χώρα και στις διάφορες Πολιτείες. Επίσης σημαντικό ρόλο θα παίξει η ψήφος των συνταξιούχων που τις προηγούμενες εκλογές στήριξαν Donald Trump. Tέλος, για τους Ρεπουμπλικάνους σημαντικό ρόλο θα παίξει το εάν “τα μπλε κολάρα της Λευκής Αμερικής», η εργατική τάξη των κεντρικών Πολιτείων που έδωσαν τη νίκη στον Donald Trump στις προηγούμενες εκλογές θα συνεχίσουν να στηρίζουν δίχως σημαντικές διαρροές τον σημερινό Πρόεδρο ή εάν η κρίση της Πανδημίας COVID-19 που έχει πλήξει οικονομικά κυρίως τους χαμηλόμισθους θα μεταφρασθεί στην αποχή της απόγνωσης. Για τους Δημοκρατικούς σημαντικό ρόλο θα παίξει το εάν οι μεσο-αστικές παραγωγικές τάξεις θα στηρίξουν τον Biden ή εάν θα φοβηθούν εξαιτίας της εκστρατείας δυσφήμισης που έχει εξαπολύσει το επιτελείο του Αμερικανού Προέδρου για την ικανότητα του Δημοκρατικού υποψηφίου να κυβερνήσει και λειτουργήσει το ‘better the devil you know” με αύξηση της αποχής εις βάρος του Δημοκρατικού Κόμματος.

Εκτός από την προφανή ιδεολογική διαφορά των υποψηφίων, υπάρχει κάτι σημαντικότερο ως προς την ιδεολογική τους ταυτότητα;

Όπως αναλύω στο τελευταίο μου βιβλίο The U.S. in the Eastern Mediterranean: Power Politics and Ideology under the Sun” που κυκλοφορεί από τον Springer o Donald Trump είναι ακραίος Jacksonian, πιστεύει δηλαδή στο δόγμα η Αμερική για την Αμερική, ενώ ο Joe Biden ισορροπεί μεταξύ της Wilsonian και της Obamian σχολής σκέψης, πιστεύει δηλαδή στο διεθνές δίκαιο, σε μια δικαιότερη κατανομή πλούτου στο εσωτερικό των ΗΠΑ – πολλές φορές εις βάρος των διαδικασιών παραγωγής πρωτογενούς πλούτου – και υπέρ της ενίσχυσης των πολιτικών ενσωμάτωσης των μεταναστών αν και είμαι σίγουρος ότι για τις επόμενες πολλές δεκαετίες οι ΗΠΑ εισέρχονται σε μια σκληρή μεταναστευτική ατζέντα όποιος κι αν είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου. H ιδεολογία παίζει ρόλο σε κάθε εκλογική αναμέτρηση αλλά σημαντικό ρόλο θα παίξει και ποιος από τους δυο υποψήφιους θα καταφέρει να τονώσει την αυτοπεποίθηση του Αμερικανικού εκλογικού σώματος για τα χρόνια που έρχονται.

Βλέπετε διαφορές σε αυτές τις εκλογές από το 2016;

Πολλές. Αρχικώς και μόνο το ότι οι εκλογές αυτές γίνονται υπό καθεστώς πανδημίας αποτελεί μια μεγάλη βάσανο για τους θεσμούς. Στη συνέχεια, και οι δυο υποψήφιοι κινητοποιούν τους παραδοσιακούς εκλογικούς πυρήνες τους, σε αντίθεση με το 2016 που η Hilary Clinton δεν το είχε καταφέρει. Τέλος, φαίνεται ότι η έξωθεν παρέμβαση τρίτων δυνάμεων, κρατικών δρώντων ή μη, είναι περιορισμένη σε σχέση με το 2016 με αποτέλεσμα η διασπορά των fake news να αποτελεί κυρίως αντικείμενο των δυο επιτελείων των υποψηφίων. Η σημαντικότερη όμως διαφορά που βλέπω είναι το γεγονός ότι η Αμερικανική κοινωνία δείχνει πλέον εξοικειωμένη με τη βία. Μιλώντας με φίλους και συναδέλφους στις ΗΠΑ μου λένε ότι ο κόσμος αγοράζει όπλα και τρόφιμα, ενώ υπάρχει διάχυτος φόβος για συγκρούσεις τη νύχτα των εκλογών. Δεν είμαι από αυτούς που θεωρούν ότι οι ΗΠΑ είναι στο κατώφλι ενός Εμφυλίου Πολέμου για πολλούς λόγους που δεν είναι η ώρα να τους αναλύσω, αλλά το σίγουρο είναι ότι η θεσμική νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της Αμερικανικής κοινωνίας έχει δώσει τη θέση της στο μανιχαϊσμό και στο ριζοσπαστισμό, αρνητικά στοιχεία για μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία.

Ως Ευρώπη και ως Ελλάδα ποιος μας συμφέρει να εκλεγεί;

Συχνά στην Ελλάδα μπερδεύουμε τον Αμερικανό Πρόεδρο με τον Clark Joseph Kent, τον Superman δηλαδή, ενώ στην πραγματικότητα είναι – στην καλύτερη του εκδοχή – o Steven Grant Rogers, ο Captain America δηλαδή. Είναι λάθος με άλλα λόγια να θεωρούμε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί να αποτελεί επιταχυντή λύσεων αν εμείς οι ίδιοι πρώτα δεν κοιτάξουμε τα του Οίκου μας. Αυτό ασφαλώς και δεν αναιρεί την ειδική βαρύτητα που οι ΗΠΑ έχουν στις Ευρωπαϊκές υποθέσεις και στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Kάθε άλλο. Ως καλύτερο λοιπόν για την Ευρώπη βλέπω αυτόν που είναι έτοιμος να τονώσει ξανά τον Διατλαντισμό, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει θεσμικά τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας αλλά και να μην επιτρέψει στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά. Θα ήθελα να δω έναν Αμερικανό Πρόεδρο που να δίνει ξανά μεγάλη προσοχή στη λειτουργία του ΝΑΤΟ, στην ενότητα του δυτικού κόσμου, στην υιοθέτηση Πράσινων Πολιτικών για την Ενέργεια και το Περιβάλλον και στη διαδικασία εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

***O Σπύρος Λίτσας είναι Καθηγητής Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

enikos.gr

Πηγή: newsone.gr