Με δανεικά που ξεπερνούν το ΑΕΠ της Ελλάδος και με πιστώσεις άνω των τεσσάρων μηνών κινούνται ιδιωτικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Ο άτυπος δανεισμός που εκτιμάται σε άνω των 20 δισ. ευρώ προστίθεται στο καταγεγραμμένο ιδιωτικό χρέος των 235 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που εμποδίζει τη μείωση των κόκκινων δανείων και αποθαρρύνει επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Άτυπος δανεισμός άνω των 20 δισ. απειλεί ανάπτυξη και απασχόληση

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, το ιδιωτικό χρέος προς τις τράπεζες ανέρχεται σε 100 δισ. ευρώ, προς την εφορία σε άλλα 100 δισ. ευρώ, προς ασφαλιστικά ταμεία σε 35 δισ. ευρώ και προς τη ΔΕΗ σε 1 δισ. ευρώ. Σε αυτά τα ποσά δεν περιλαμβάνονται χρέη μεταξύ επιχειρήσεων και αυτά που αναγκάζονται τα νοικοκυριά να δανείζονται από συγγενείς και φίλους για να τα βγάλουν πέρα.

Το “γκρίζο” χρέος

Το Capital.gr επιχείρησε να προσεγγίσει αυτό το “γκρίζο” ιδιωτικό χρέος με ανάλυση ισολογισμών και στοιχείων από εταιρείες ασφάλισης πιστώσεων. Όπως προκύπτει από επιχειρήσεις με τζίρο άνω του 1 εκατ. ευρώ, οι συνολικές απαιτήσεις ξεπερνούν τα 12 δισ. ευρώ. Οι απαιτήσεις αυτές προέρχονται από πιστώσεις που εισπράττονται, κατά μέσο όρο, σε 127 ημέρες (4,2 μήνες). Πρόκειται κυρίως για πιστώσεις προμηθευτών, ενώ δεν περιλαμβάνεται ένας “κρυφός” δανεισμός μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών.

Δανεικά από συγγενείς και φίλους

Σε άλλα 10 με 12 δισ. ευρώ υπολογίζονται τα δανεικά ιδιωτών και νοικοκυριών από συγγενείς και φίλους. Το ποσό αυτό προκύπτει από την ανάλυση του καταναλωτικού προφίλ και τις καταθέσεις των νοικοκυριών. Στο ίδιο περίπου ποσό καταλήγει η προσέγγιση μέσω της πτώσης της τελικής ιδιωτικής κατανάλωσης μόνο από νοικοκυριά, λαμβάνοντας υπόψη ότι το 24% ζήτησε δανεικά από συγγενείς και φίλους για να αντιμετωπίσει τη μείωση εισοδήματος και τις υποχρεώσεις από την αρχή της πανδημίας, σύμφωνα με έκθεση της Intrum για την Ελλάδα. Μάλιστα, το 20% δανείζεται σχεδόν κάθε μήνα για να μπορέσει να πληρώσει τους λογαριασμούς.

Επιπλέον, μετρήσεις που έχουν γίνει από φορείς και ιδιωτικές εταιρείες δείχνουν ότι τα 2/3 των Ελλήνων (66%) χρωστούν σε τουλάχιστον τρεις πιστωτές. Οι τελευταίοι συνήθως έχουν την εξής σύνθεση: τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, συν δανεικά από συγγενείς και φίλους. Και αυτή η προσέγγιση καταλήγει κοντά στα στοιχεία που δημοσίευσε η Intrum για το καταναλωτικό προφίλ και τη δυνατότητα πληρωμών στην Ελλάδα.

“Σπάνε” προθεσμιακές

Μία ματιά στις καταθέσεις καταλήγει σε δύο βασικά συμπεράσματα:

– Πρώτον, αύξηση των καταθέσεων από τα νοικοκυριά.

– Δεύτερον, σταθερή μείωση των καταθέσεων προθεσμίας, με αντίστοιχη αύξηση του ταμιευτηρίου και των λογαριασμών όψεως.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αύξηση των καταθέσεων προήλθε κυρίως από τις μεγάλες περικοπές στην κατανάλωση, κάτι το οποίο εντάθηκε λόγω της πανδημίας και των lockdown. Στην έκθεση της Intrum διατυπώνεται ότι το 70% των νοικοκυριών απάντησε πως το πρώτο μέτρο που έλαβε ήταν η μείωση των καταναλωτικών δαπανών.

Επίσης, η ανοδική πορεία των καταθέσεων αποδίδεται στην αύξηση της μισθωτής απασχόλησης το 2019 (κάτι που ανέκοψε η πανδημία το 2020) και στις ενισχύσεις λόγω κορονοϊού (αναστολή πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, στήριξη εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αυτοαπασχολούμενων και ατομικών επιχειρήσεων κ.ά). Από την Intrum προκύπτει ότι αυτό βοήθησε τουλάχιστον το 10% των ερωτηθέντων.

Όμως, το “σπάσιμο” των καταθέσεων προθεσμίας (μείωση περίπου κατά 4,4 δισ. ευρώ σε εννέα μήνες) αποτελεί ένδειξη ανάγκης για τρέχουσα ρευστότητα από τα νοικοκυριά. Ο συνδυασμός όλων αυτών επέφερε αύξηση των καταθέσεων όψεως κατά 3,5 δισ. ευρώ και ταμιευτηρίου κατά 5 δισ. ευρώ.

Αγορές με πιστωτικές κάρτες

Δεδομένου ότι τα νοικοκυριά μείωσαν τις καταναλωτικές τους δαπάνες, η δυναμική περαιτέρω ανόδου της καταθετικής βάσης παραμένει αμφίβολη. Εξάλλου, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην Ευρώπη με βάση τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποταμιεύουν, ενώ το 36% επέλεξε να διακόψει πληρωμές και ένα επιπλέον ποσοστό 6% να αυξήσει τον δανεισμό του κάνοντας χρήση πιστωτικών καρτών και τραπεζικών δανείων.

capital.gr

Πηγή: newsone.gr