«Ήμουν μέσα στο δωμάτιο και νόμιζα ότι πνιγόμουν. Νόμιζα ότι φεύγει η ζωή μου» εξομολογείται ο Χρήστος Νικολόπουλος

Από τα 2.000 τραγούδια που έχει γράψει δεν αγαπάει κάποια μεγάλη επιτυχία του αλλά εκείνο που περιγράφει την πορεία του γνωστού συνθέτη και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού με ονειρικές και σκληρές εικόνες.

Όπως ήταν η ζωή του Χρήστου Νικολόπουλου

Η νυχτερινή διασκέδαση ήταν συνδεδεμένη, από τότε που αρχίσατε να εργάζεστε, και πριν και τώρα, με τα μπουζούκια, το αλκοόλ, το τσιγάρο…

Και με διάφορες ουσίες.

Εσείς δεν έχετε δοκιμάσει ούτε τσιγάρο. Μία φορά, αν δεν κάνω λάθος, και λιποθυμήσατε.

Ποτέ, είναι αλήθεια. Το επάγγελμά μας μαγεύει λιγάκι. Αν έχεις ωριμότητα και εγκράτεια στους πειρασμούς τα ξεπερνάς όλα αυτά. Γεννήθηκα και ωρίμασα πολύ μικρός.

Εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών που μεγαλώσατε φαντάζομαι.

Δεν έζησα την παιδική ηλικία. Δεν έζησα ως παιδί. Γι’ αυτό – μάλλον και γι’ αυτό – αγαπάω πάρα πολύ τα παιδιά. Προέρχομαι από μια φτωχή οικογένεια. Θυμάμαι τον πατέρα μου να λείπει συνεχώς από το σπίτι για να τα βγάλει πέρα με την οικογένεια. Δεν έπαιξα με τους φίλους μου ούτε πήρα το χάδι της μητέρας μου. Εγώ εργαζόμουν από μικρός στα πανηγύρια για να βοηθήσω στο σπίτι και ταυτοχρόνως πήγαινα σε μια σχολή για να γίνω ηλεκτρολόγος. Πήγα και σε ένα ωδείο για έξι μήνες και άρχισα να διαβάζω πρίμα βίστα.

Τα βιώματα και τα τραύματά σας βρήκαν χώρο στις συνθέσεις σας…

Σίγουρα. Τα περισσότερα λαϊκά τραγούδια έχουν πονεμένο στίχο και την ίδια στιγμή με αυτά γλεντάει ο κόσμος, ξεφαντώνει.

Δυσκολευτήκατε να βρείτε τον δρόμο σας;

Δούλεψα πολύ σκληρά, όμως έζησα κάποιες εποχές που δεν θα μπορέσουν να τις ζήσουν ή άλλοι. Οταν ήρθα στην Αθήνα από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας τα μόνα ακούσματα που είχα ήταν τα πονεμένα των πανηγυριών. Στην Αθήνα ήρθα σε επαφή με τα τραγούδια της πόλης, που ήταν τελείως διαφορετικά: τα ρεμπέτικα, τα αρχοντορεμπέτικα. Πρόλαβα τον Στράτο Παγιουμτζή και πρόλαβα και έπαιξα μαζί του σε ένα κέντρο στον Κολωνό που το έλεγαν θυμάμαι «Χαβάη». Ημουν μικρός και άρχισα να μαθαίνω. Βίωσα τα ρεμπέτικα και την εποχή του Τσιτσάνη.

Του οποίου είστε μεγάλος θαυμαστής.

Πιστεύω ότι το λαϊκό τραγούδι το καθιέρωσε από το 1950 ο Βασίλης Τσιτσάνης με τραγούδια όπως το «Ο,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ», η «Αρχόντισσα», το «Στου γιαλού τα βοτσαλάκια», η «Αχάριστη». Εζησα όλη αυτή την εποχή. Το λαϊκό τραγούδι υπήρχε παντού γύρω μου, στις αγορές, στον δρόμο, στα μαγαζιά. Αυτές τις εικόνες τις έπαιρνα μέσα μου, ήταν τα βιώματά μου και τις επεξεργαζόμουν.

Ξεχωρίζετε κάποιο περιστατικό ή πρόσωπο που συνετέλεσε καθοριστικά στην πορεία σας; Που αν εξέλιπε θα άλλαζε η ροή των γεγονότων;

Το πιο σημαντικό που μου συνέβη στα πρώτα μου βήματα είναι ότι με πήρε ο Στέλιος Καζαντζίδης και έπαιζα μπουζούκι δίπλα του. Φανταστείτε έναν νεαρό 16 ετών να παίζει πρώτο μπουζούκι δίπλα του. Ομως δεν θεωρώ ότι θα άλλαζε την πορεία μου. Πριν από τον Καζαντζίδη έπαιζα με τον Αγγελόπουλο.

Δεν υπάρχει κάτι καθοριστικό;

Εκείνο όμως που πραγματικά μπορεί να συνυπολογιστεί ως το περιστατικό που, όπως είπες, διαμόρφωσε καταστάσεις ήταν το ότι με εμπιστεύτηκαν από νωρίς μεγάλοι καλλιτέχνες από τους οποίους βοηθήθηκα πάρα πολύ. Αν δεν τους συναντούσα μπορεί και να μην ήμουν αυτός που είμαι τώρα. Εχω παίξει, για παράδειγμα, με έναν αρχοντορεμπέτη της εποχής, τον Γιάννη Κυριαζή – που τραγουδάει το «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις», για να μαθαίνουν οι νεότεροι. Ετσι έκανα ένα πολύ καλό ξεκίνημα. Είχα ταλέντο και συνθετικό και δεξιοτεχνικό, στοιχεία απαραίτητα που με βοήθησαν να έχω τη συγκεκριμένη πορεία. Αν δεν ήμουν όμως τόσο εργασιομανής, αν δεν δούλευα τόσες πολλές βασανιστικές ώρες, δεν θα μπορούσα να πετύχω αυτά που πέτυχα. Αξιοποίησα λοιπόν όλο αυτό που διέθετα: τα δώρα που μου έφερε η ζωή, που είναι αυτοί οι πολύ σημαντικοί άνθρωποι. Ετσι έκανα μια διαδρομή που δεν την είχα ποτέ φανταστεί. Πάρα πολλοί συνάδελφοί μου δεν μπορούσαν να το χωνέψουν ότι εγώ τους ξέφυγα και πήγα αλλού. Οτι πήρα μια σκυτάλη και έγινα αρχηγός. 

Πότε αποφασίσατε να το δείξετε;

Από το 1985 όταν διαπίστωσα ότι είχα μια αναγνωρισιμότητα, ότι έχω μια αξία, αποφάσισα να ηγηθώ ενός σχήματος. Ηταν η εποχή της ακμής μου. Το πρόγραμμα που κάναμε με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στις «Νταλίκες», ένα συνοικιακό μαγαζί στο Γαλάτσι, ήταν κάθε βράδυ γεμάτο. Το τραγούδι που είχα γράψει έδωσε το όνομα του μαγαζιού. Ημασταν τρία χρόνια εκεί και ήταν πολύ δύσκολο να βρει κάποιος τραπέζι. Την ίδια όμως στιγμή άρχισα να παρατηρώ ότι η επιτυχία που είχα δεν ήταν ευχάριστη στους συναδέλφους μουσικούς. Θυμάμαι ότι είχα φωνάζει τότε ένα πρωτοκλασάτο βιολί στην ορχήστρα για να τον τιμήσω. Τόσο αυτός όσο και άλλοι που ήταν στην μπάντα μου χαμογελούσαν, αλλά από πίσω μου με κάρφωναν. Βίωσα τέτοιες καταστάσεις.

Κάποια στιγμή έζησα μια ακραία συμπεριφορά τους και με πήρε η κάτω βόλτα.

Κατ’ αρχάς, περιγράψτε το ακραίο περιστατικό.

Τους συνέλαβα να λένε «γιατί είναι αυτός μπροστά κι εμείς είμαστε πίσω, τι είναι αυτός κ.λπ.». Ξέρεις, παρ’ όλο που γεννήθηκα ώριμος, έχω μια πολύ τρυφερή ψυχή και πολύ ευαίσθητη. Μισώ την αδικία, γι’ αυτό και ποτέ κανείς δεν μπορεί να με κατηγορήσει ότι τον έχω αδικήσει. Χαίρομαι με την επιτυχία και τη χαρά των άλλων. Αν ακούσω κάποιον συνάδελφο να γράψει ένα ωραίο τραγούδι λέω «τον μπαγάσα, το κομμάτι που έγραψε…» με πολλή χαρά. Οταν άκουσα με τα αφτιά μου να μιλούν έτσι συνάδελφοι έπαθα λοιπόν την πρώτη κρίση.

Τι είδους κρίση;

Πανικού. Νόμιζα ότι θα πεθάνω. Θυμάμαι ήταν 1987 και ήμουν μέσα στο αεροπλάνο Ηράκλειο – Αθήνα. Εχασα ξαφνικά το οξυγόνο μου, νόμιζα ότι δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ευτυχώς ήταν μαζί μου η σύζυγός μου. Επιστρέψαμε στην Αθήνα με τα χίλια ζόρια. Ξαναμπήκα σε αεροπλάνο μετά από τριάμισι χρόνια. Δεν μπορούσα να μείνω μόνος μου στο δωμάτιο, δεν μπορούσα να μπω σε ασανσέρ. Μία φορά ήθελα να επισκεφθώ έναν φίλο μου που είχε εταιρεία στον Πύργο Αθηνών. Ανέβηκα 23 ορόφους με τα πόδια και εννοείται ότι ξανακατέβηκα με τα πόδια. Οταν πήγαινα σε υπόγεια στούντιο για να κάνω πρόβα, το πρώτο πράγμα που κοιτούσα ήταν να εντοπίσω την έξοδο. Είχα πάθει κατάθλιψη.

Αλλα χαρακτηριστικά της ασθένειάς σας;

Ημουν μέσα στο δωμάτιο και νόμιζα ότι πνιγόμουν. Νόμιζα ότι φεύγει η ζωή μου.

Ζητήσατε βοήθεια;

Βεβαίως, είχα πάει στη Μαρίνα Λαλιώτη που είναι πολύ καλή ψυχίατρος και μου είχε δώσει κάποια χάπια βοηθητικά. Αλλά πρέπει να πω ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί κανείς να προσφέρει πραγματική βοήθεια στον εαυτό σου παρά μόνο εσύ ο ίδιος.

Πότε το συνειδητοποιήσατε αυτό;

Μετά από πάρα πολλά χρόνια. Ζούσα με την κατάθλιψη σχεδόν 20 χρόνια. Τα πρώτα χρόνια, τον πρώτο καιρό, ήταν πολύ έντονα τα συμπτώματα. Με εγκατέλειπαν οι δυνάμεις μου πολλές φορές αλλά έπρεπε να συνεχίσω τη δουλειά μου. Ετσι άρχισα να κάνω και διακοπές, γιατί για πάρα πολλά χρόνια δούλευα ασταμάτητα. Από το 1970 έως το 1987 εργαζόμουν χωρίς ούτε μία μέρα ξεκούραση. Είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο ήμουν στη δουλειά.

Φέρατε τον εαυτό σας στα άκρα.

Πάρα πολύ. Η αλήθεια όμως είναι πως βρισκόμουν σε μια πολύ δημιουργική φάση και δεν μπορούσα να αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους.

Πότε έφτασε στο τέλος αυτή η περιπέτεια;

Σιγά-σιγά, σταδιακά. Εδώ και δέκα χρόνια είμαι καλύτερα, άρχισα να κάνω ξανά μικρές αποστάσεις με το αεροπλάνο, εσωτερικά ταξίδια, Ευρώπη, Κύπρο, παίρνοντας και ένα lexotanil βέβαια. Είχα να παλέψω και με τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα μου το 1989. Τον χάσαμε ξαφνικά γιατί τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Μου κόστισε ο θάνατός του πολύ.

Τα καταφέρατε όμως μια χαρά. Κάνατε αξιοθαύμαστη πορεία. Πόσα τραγούδια έχετε γράψει;

Εχω γράψει περίπου 2.000 τραγούδια.

Φαντάζομαι ότι θα είναι δύσκολο αν σας ζητήσω να ξεχωρίσετε ένα από αυτά.

Οχι, καθόλου. Το πιο αγαπημένο μου είναι κάποιο που δεν έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία, όμως βρίσκεται στην καρδιά μου. Το έχει πει ο σπουδαίος Πασχάλης Τερζής και είναι το «Πιο παράξενο τραγούδι». «Το πιο παράξενο τραγούδι που ‘χω πει / το πιο γλυκό, το πιο βαρύ / είναι η ίδια μου / η ίδια μου η ζωή» (στίχοι Μανώλης Ρασούλης).

in.gr

Πηγή: newsone.gr