Ο ερευνητής στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και στο πανεπιστήμιο Πατρών Κωνσταντίνος Φαρσαλινός, εξήγησε, με βάση και δημοσιευμένες μελέτες, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα μέτρα που λαμβάνονται, και που είναι άγνωστο σε ποιο βαθμό ωφελούν τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού που κινδυνεύουν από τη νόσο Covid-19, να δημιουργούν πολύ σοβαρότερα προβλήματα δημόσιας υγείας στον γενικό πληθυσμό από όσα προορίζονται να επιλύσουν.

Αναλύοντας την κινητικότητα στο πρώτο και δεύτερο lockdown στην Ελλάδα, η επιστημονική ομάδα που συμμετέχει κατέληξε ότι οι μεταβολές στην κινητικότητα είναι αναμενόμενες και δεν φαίνονται ικανές να εξηγήσουν τον αργό ρυθμό ελάττωσης του ημερήσιου αριθμού προσβεβλημένων από τον ιό SARS-CoV-2 και την παρατεταμένη πίεση στο σύστημα υγείας που παρατηρείται κατά το δεύτερο lockdown, ακόμη και στις περιοχές με αυξημένο ιικό φορτίο. Ταυτόχρονα, τα ευρήματα θέτουν σοβαρά ερωτήματα για τη συνέχιση ακραίων, οριζόντιων lockdown, που αφορούν όλο τον πληθυσμό, για παρατεταμένο διάστημα.

Είναι ξεκάθαρο πλέον πως υπάρχει «ανισότητα» μεταξύ πληθυσμιακών υπο-ομάδων στον κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρής νόσου COVID-19. Έτσι, τα οριζόντια και ακραία μέτρα περιορισμών δεν σημαντικό έχουν όφελος για όλο τον πληθυσμό αλλά ταυτόχρονα πλήττουν δυσανάλογα τα νεότερα και πιο παραγωγικά τμήματα του πληθυσμού, με ακραίο παράδειγμα τα παιδιά. Έτσι, οι επιπτώσεις των μέτρων πλήττουν την Δημόσια Υγεία τόσο σε οικονομικό όσο και σε ψυχικό και κοινωνικό επίπεδο, και μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση ακόμη και της σωματικής υγείας του πληθυσμού.
Ο κ. Φαρσαλινός ανέφερε ότι μια ανάλυση των ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων των lockdown στην

Ελβετία βρήκε ότι οι 3 μήνες ακραίων περιοριστικών μέτρων (διάρκεια μικρότερη από την μέχρι στιγμής διάρκεια των δύο οριζόντιων lockdown στην Ελλάδα) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια 1,7 εκατομμυρίων ετών ζωής σε βάθος χρόνου, λόγω πρόωρης θνησιμότητας από παράγοντες όπως αυτοκτονίες, διαζύγια, οικογενειακή βία, αλκοολισμό και κατάθλιψη. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής

Συνεργασίας και Ανάπτυξης, το 2016 χάθηκαν στην Ελλάδα περίπου 425.000 έτη ζωής από πρόωρους θανάτους. Σε μια πρώιμη ανάλυση των δεδομένων διαπίστωσαν ότι κατά το 2020 χάθηκαν στην Ελλάδα περίπου 22.000 έτη ζωής λόγω των 4881 θανάτων από COVID-19, που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 5% των συνολικών ετών ζωής που χάνονται κάθε χρόνο.

Σε άλλη μελέτη από τις ΗΠΑ, οι επιστήμονες βρήκαν ότι το κλείσιμο των δημοτικών σχολείων θα οδηγήσει σε απώλεια 5,5 εκατομμυρίων ετών ζωής έναντι απώλειας περίπου 3 εκατομμυρίων ετών ζωής αν τα σχολεία παρέμεναν ανοιχτά, ακόμη κι αν προκαλούσαν αύξηση τους θανάτους λόγω COVID. Έτσι, δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα και είναι πιθανό τα ακραία μέτρα να οδηγήσουν τελικά σε μεγαλύτερη βλάβη, παρά όφελος, για την υγεία του πληθυσμού.

Ο ίδιος μίλησε επίσης για το αλαλούμ που επικρατεί στις προσεγγίσεις της επιστημονικής κοινότητας σε θέματα γύρω από τον ιό, τις μεταλλάξεις, τα εμβόλια και τα φάρμακα, αλλά και τις ακραίες μεταβολές στην άποψη πολλών επιστημόνων όπως έχουν αναδειχθεί με δημόσιες τοποθετήσεις τους.

Όπως είπε, και για την ιατρική κοινότητα οι στιγμές είναι ιστορικές, με πρωτοφανείς καταστάσεις ως προς τις διαδικασίες και τις προτεινόμενες προσεγγίσεις. Σημείωσε εμφατικά ότι και η επιστήμη θα κριθεί για τους χειρισμούς της, από τη στιγμή οι παρεμβάσεις, κυρίως αυτές που αφορούν πρόληψη στον υγιή πληθυσμό, φαίνεται σε κάποιες περιπτώσεις να κινούνται χωρίς σοβαρά επιστημονικά δεδομένα αλλά με βάση παραδοχές.

Τέλος, επανέλαβε πως θα πρέπει να επικρατήσει διαφάνεια και τεκμηρίωση σε κάθε απόφαση, ενώ είναι κρίσιμο να αξιολογηθούν άμεσα οι δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις των μέτρων που λαμβάνονται, κάτι που αυτή τη στιγμή δεν συμβαίνει για να γνωρίζουμε πως θα επηρεάσουν την υγεία στο σύνολο του πληθυσμού και αν το τελικό αποτέλεσμα είναι ωφέλιμο ή επιβλαβές για την κοινωνία.

Πηγή: newsone.gr