Η συγκυρία της πανδημίας έχει φέρει τεράστιες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία παγκοσμίως. Όμως, αυτές δεν έχουν οδηγήσει σε αναδιανομή πλούτου αλλά σε ενίσχυση των θέσεων των μεγάλων επιχειρήσεων

Ένα πρόσφατο κείμενο του Τόμας Φρίντμαν στους New York Times, που με τη σειρά του στηριζόταν σε μια διαπίστωση του Ρουσίρ Σάρμα, στελέχους της Morgan Stanley και συγγραφέα του βιβλίου «Πώς Πετυχαίνουν τα Έθνη – Δέκα Κανόνες για Έναν Κόσμο σε Κρίση», ήρθε να υπενθυμίσει τα όρια της τρέχουσας εκδοχής μεγάλης κρατικής παρέμβασης. 

Η αφορμή είναι φυσικά τα μεγάλα πακέτα μέτρων που έχουν πάρει οι κυβερνήσεις για να μπορέσουν να απαντήσουν στην οικονομική κρίση που έχει συνοδεύσει την πανδημία. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ήδη τον Μάιο του 2020 τα προγράμματα που είχαν ανακοινωθεί από κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες στις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έφταναν τα 15 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Σάρμα υποστηρίζει ότι όλα αυτά στην πραγματικότητα δεν αποτελούν κάποιου είδους αναδιανομή εισοδήματος ή διόρθωση των κοινωνικών αδικιών. Αντίθετα, αποτελούν ένας είδος «σοσιαλισμού για τους πλούσιους».

Το φαινόμενο είχε ήδη παρατηρηθεί και πριν την κρίση με αφετηρία τα μεγάλα πακέτα τόνωσης των οικονομιών μετά την κρίση του 2008 αλλά και μέσα από τη μείωση των επιτοκιών και τη στροφή των κεντρικών τραπεζών στα μεγάλα προγράμματα «ποσοτικής χαλάρωσης». Για τον Σάρμα αυτό σημαίνει ότι δεν ενεργοποιούνται οι αναμενόμενοι μηχανισμοί «εκκαθάρισης» των αδύναμων επιχειρήσεων και ως αποτέλεσμα οι ανακάμψεις είναι όλο και πιο αδύναμες και κυρίως με χαμηλή άνοδο της παραγωγικότητας.

Η επιχειρηματολογία υπέρ τέτοιων μέτρων είναι γνωστή: το να υπάρχει «ζεστό χρήμα» στην αγορά αντιστρατεύεται την ύφεση και τονώνει την επένδυση και την κατανάλωση, δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.

Καταρχάς τα χαμηλά επιτόκια ενισχύουν πολύ περισσότερο τις μεγάλες επιχειρήσεις καθώς δίνουν ένα κίνητρο για ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς που με τη σειρά του θα σημαίνει και ακόμη μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά οφέλη.

Οι μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας έχουν τεράστια ρευστότητα την οποία αξιοποιούν όχι μόνο για να επενδύουν αλλά και για να αγοράζουν τις δικές τους μετοχές, να απορροφούν ταλέντα και πόρους και να ασκούν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις μικρότερες εταιρείες.

Το αποτέλεσμα είναι στις ΗΠΑ ένας από τους βασικότερους δείκτες οικονομικού δυναμισμού, η δημιουργία εταιρειών startup, να έχει υποχωρήσει ως προς τον ρυθμό. Αντίθετα, έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των εταιρειών «ζόμπι» που συντηρούνται απλώς και μόνο επειδή έχουν πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό. Όμως, τέτοιες εταιρείες έχουν ως αποτέλεσμα να συγκρατούν χαμηλά τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας και να μην επιτρέπουν την είσοδο ανταγωνιστών.

Οι υποστηρικτές της τρέχουσας πολιτικής υποστηρίζουν τα πακέτα στήριξης στη βάση της ανάγκης να αποφευχθούν οι κοινωνικά καταστροφικές επιπτώσεις μιας ύφεσης που θα μετατρεπόταν σε μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων και ακόμη πιο μαζική ανεργία.

Όμως, την ίδια στιγμή γίνεται σαφές ότι μεγάλο μέρος των πακέτων δεν καταλήγουν ούτε στους φτωχούς ούτε στους υποψήφιου ανέργους, αλλά στις ίδιες τις μεγάλες επιχειρήσεις, αποτελώντας συχνά ένα αντικίνητρο στο να αναδιαρθρωθούν και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.

Αντίθετα, μια πολιτική που θα επικέντρωνε κυρίως στην ενίσχυση των υποδομών και της ακόμη μεγαλύτερης μετάβασης στις νέες τεχνολογίες, με αξιοποίηση και των δημόσιων επενδύσεων, σε συνδυασμό με αυτό που θα σήμαινε σήμερα «βιομηχανική πολιτική», θα μπορούσε να έχει πολύ πιο μόνιμα αποτελέσματα από τα αλλεπάλληλα «πακέτα στήριξης» δημιουργώντας καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και ενισχύοντας την πραγματική καινοτομία και δη σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.

 in.gr

Πηγή: newsone.gr