Οι πρόσφατες δηλώσεις Λαβρόφ από την Κίνα επιβεβαιώνουν τη μεγάλη επιδείνωση των ευρωρωσικών σχέσεων, την ίδια ώρα που αναβαθμίζεται η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας

Ως ιδιαίτερα έμπειρος διπλωμάτης ο Σεργκέι Λαβρόφ γνωρίζει καλά την τέχνη των συμβολισμών. Δεν ήταν τυχαίο επομένως που διάλεξε την Κίνα και τη συνάντησή του με τον Κινέζο ομόλογό του για κάνει δηλώσεις που αποτυπώνουν τη μεγάλη επιδείνωση των ευρωρωσικών σχέσεων.

«Δεν υπάρχουν σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως οργανισμό. Όλη η υποδομή αυτών των σχέσεων έχει καταστραφεί από μονομερείς αποφάσεις που ελήφθησαν από τις Βρυξέλλες», υπογράμμισε.

Για να συμπληρώσει: «Εάν η Ευρώπη διέρρηξε αυτούς τους δεσμούς, καταστρέφοντας όλους τους μηχανισμούς που έχουν δημιουργηθεί εδώ και πολλά χρόνια και εμείς έχουμε μόνο μεμονωμένες ευρωπαϊκές χώρες που θέλουν να καθοδηγηθούν από τα εθνικά συμφέροντά τους, τότε πιθανώς, αντικειμενικά, αυτό οδηγεί στο γεγονός ότι οι σχέσεις μας με την Κίνα αναπτύσσονται γρηγορότερα από αυτό που έχει απομείνει από τις σχέσεις με Ευρωπαϊκές χώρες».

Και για να είναι σίγουρος ότι το μήνυμα θα γίνει κατανοητό υπογράμμισε: «Εάν και όταν οι Ευρωπαίοι κρίνουν σκόπιμο να εξαλείψουν αυτές τις ανωμαλίες στις σχέσεις με τον μεγαλύτερο γείτονά τους, φυσικά θα είμαστε έτοιμοι να οικοδομήσουμε αυτές τις σχέσεις, στη βάση της ισότητας και στην αναζήτηση της ισορροπίας συμφερόντων. Στο μεταξύ, δεν υπάρχουν αλλαγές στο Δυτικό μέτωπο, ενώ στο Ανατολικό, κατά τη γνώμη μου, έχουμε μια πολύ εντατική ατζέντα, που διευρύνει τη θεματική κάθε χρόνο».

Οι δηλώσεις αυτές ήρθαν σε απάντηση μια σειρά από κινήσεις της ΕΕ που η Μόσχα θεωρεί επιθετικές:  την παράταση των κυρώσεων σε σχέση με τη Κριμαία, τον τρόπο που η ΕΕ κατηγορεί τη Ρωσία ως προς τη μη υλοποίηση των συμφωνιών του Μινσκ για την περιοχή του Ντονμπάς, παρότι η Ρωσία επιρρίπτει ευθύνη στην Ουκρανία για την κατάσταση στην περιοχή, τις νέες κυρώσεις με αφορμή την υπόθεση Ναβάλνι, την εντυπωσιακή καθυστέρηση του ΕΜΑ ως προς την έγκριση του ρωσικού εμβολίου Sputnik V για την Covid-19, αλλά και τις διαρκείς ταλαντεύσεις ως προς την ολοκλήρωση του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 για τον οποίο οι ΗΠΑ επιμένουν σε κυρώσεις.

Η εμπλοκή της Ευρώπης στον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο

Όλα αυτά αποτυπώνουν το γεγονός ότι παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις η Ευρώπη ολοένα και περισσότερο εντάσσεται μέσα στο πλέγμα του Νέου Ψυχρού Πολέμου όπως τον αντιλαμβάνονται κυρίως οι ΗΠΑ και την προσπάθεια να φτιάξουν μια σύγχρονη εκδοχή οικονομικής και διπλωματικής «υγειονομικής ζώνης» απέναντι στη Ρωσία.

Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο ευρωπαϊκό έδαφος τη διαίρεση που υποτίθεται ότι είχε αναιρεθεί μετά τις κατακλυσμιαίες αλλαγές της περιόδου 1989-1991 που οδήγησαν στη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και το τέλος της ΕΣΣΔ. Και μπορεί το όριο να έχει μεταφερθεί ανατολικότερα, εφόσον οι χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης είναι τώρα μέλη της ΕΕ ή ακόμη και του ΝΑΤΟ, όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η οριστική ακύρωση του οράματος ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει ένα μεγάλο πεδίο ειρήνης και οικονομικής συνεργασίας με τους δικούς της εάν όχι μηχανισμούς συλλογικής ασφάλειας (δυνατότητα που ακυρώθηκε πολύ νωρίς με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ) τουλάχιστον συνεννόησης και συνεργασίας.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η εξέλιξη έρχεται την ίδια ώρα που διακηρυκτικά τουλάχιστον οι ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται ότι τα πράγματα κατατείνουν σε αυτή την κατεύθυνση και ότι αντιθέτως οι αποφάσεις τους αφορούν συγκεκριμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο, δηλαδή η επιδείνωση των σχέσεων και η υποχώρηση του βαθμού συνεργασίας. 

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι η επιδείνωση αυτή έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες για όχι μόνο για τη Ρωσία αλλά και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη εκτιμάται ότι στην περίοδο 2014-2018 με τις ισχύουσες και σχετικά ήπιες κυρώσεις η ΕΕ είχε απώλειες περίπου 30 δισεκατομμυρίων ευρώ στις εξαγωγές της. Παρ’ όλα αυτά οι οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι σημαντικές: η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρους της Ρωσίας και η Ρωσία ο πέμπτος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Το 2019 οι εισαγωγές της ΕΕ από τη Ρωσία έφτασαν τα 144 δισεκατομμύρια ευρώ και οι εξαγωγές της Ρωσίας στην ΕΕ τα 88 δισεκατομμύρια δολάρια.

Και βέβαια ας μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ εξακολουθεί να στηρίζεται στη συνεργασία με τη Ρωσία στη διαχείριση διαφόρων γεωπολιτικών κρίσεων. Άλλωστε, τόσο η Ρωσία όσο και τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι μέλη του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, συνεργάζονται για την πολιτική λύση στη Λιβυκή κρίση, συμμετέχουν από κοινού στη διαδικασία της υλοποίηση των συμφωνιών του Μινσκ για την Ουκρανική κρίση, όπως και στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η Ρωσία αναβαθμίζει τη συνεργασία με την Κίνα

Ο συμβολισμός των δηλώσεων Λαβρόφ σε κινεζικό έδαφος αποτυπώνει την άλλη κρίσιμη διάσταση του Νέου Ψυχρού Πολέμου: την αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα και τον τρόπο που και η ΕΕ οδηγείται σε μια επιδείνωση των σχέσεών της με την Κίνα, κάτι που υπογράμμισαν και οι κυρώσεις της ΕΕ στην Τουρκία, συντονισμένες με τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά, όπως και η απάντηση της Κίνας με τις δικές της κυρώσεις. Και εδώ οι ευρωπαϊκές κυρώσεις αποτυπώνουν μια ορισμένη αντιφατικότητα, καθώς όχι μόνο η Ευρώπη υποτίθεται ότι έχει διαφωνήσει με την αμερικανική επιλογή του «εμπορικού πολέμου» με την Κίνα αλλά και πολύ πρόσφατα ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία για τις επενδύσεις. Μάλιστα, η σκληρή γλώσσα που επέλεξε η Κίνα για να απαντήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνει και ένα κλίμα όπου δεν είναι εύκολο ότι θα μπορέσει να περάσει η ευρωκινεζική συμφωνία για τις επενδύσεις, καθώς ούτε η Κίνα θα είναι διατεθειμένη για περαιτέρω παραχωρήσεις την ώρα όσες πολιτικές δυνάμεις εντός ΕΕ αντιτίθενται στη συμφωνία θα προβάλλουν διαρκώς το γεγονός ότι η ΕΕ επιβάλλει κυρώσεις για το θέμα που είναι ένα από τα αγκάθια της συμφωνίας, δηλαδή την κατάσταση με τους Ουιγούρους και ένα χρησιμοποιούνται για εξαναγκαστική εργασία. 

Από την άλλη, είναι προφανές ότι η αναβάθμιση της ρωσοκινεζικής συνεργασίας εμφανώς αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός αντίβαρου στη αυτό που αντιλαμβάνονται ως τη νέα «επιθετικότητα» της Δύσης και μια συνθήκη ισορροπίας απέναντι στον τρόπου που οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία.

Άλλωστε, οι δύο χώρες έχουν αναβαθμίσει τη συνεργασία τους τα τελευταία χρόνια. Το μεταξύ τους εμπόριο ξεπέρασε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, σαράντα εκατομμύρια τόνοι πετρέλαιο και τέσσερα δισεκατομμύρια κυβικά υγροποιημένο αέριο μεταφέρονται και η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος εξαγωγικός προορισμός για τα αγροτικά προϊόντα της Ρωσίας. Επιπλέον, οι δύο χώρες συνεργάζονται σε διάφορα πεδία, έχουν από κοινού σχέδιο για κατασκευή διεθνούς διαστημικού ερευνητικού σταθμού στη Σελήνη και οι ηγέτες τους έχουν συναντηθεί σχεδόν 30 φορές από το 2013.

Η προοπτική αποδέσμευσης από το δολάριο

Η κινεζική πλευρά υπογραμμίζει συχνά ότι δεν επιδιώκει κάποια ευθυγράμμιση με τη Ρωσία. Ούτως ή άλλως η επίσημη κινεζική ρητορική επιμένει στην ανάγκη για πολυμερείς σχέσεις που να αναδεικνύουν ταυτόχρονα την οικονομική συνεργασία και την άρνηση επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις. Όμως, είναι σαφές ότι οι δύο πλευρές σε αυτή τη φάση θέλουν να διαμορφώσουν αντίβαρα στη αμερικανική και ευρωπαϊκή στάση.

Και ένα από τα πεδία συνεργασίας με ευρύτερο αντίκτυπο είναι αυτό της διαμόρφωσης συστημάτων πληρωμών που να μην προϋποθέτουν το δολάριο. Ο Λαβρόφ, άλλωστε, το πρότεινε ανοιχτά κατά τη διάρκεια συνέντευξής του σε κινεζικά ΜΜΕ πριν από την επίσκεψή του.

Η λογική είναι απλή: με την προοπτική ολοένα και αυξανόμενων κυρώσεων που από ένα σημείο και μετά καθίσταται αναγκαία η παράκαμψη των μηχανισμών που καθιστούν ενεργές τις πιστώσεις. Ένας από αυτούς είναι το δίκτυο  SWIFT (Society for Interbank Financial Telecommunication) που διευκολύνει πολλά εκατομμύρια συναλλαγές κάθε μέρα και εξυπηρετεί πάνω από 200 χώρες και 11.000 τραπεζικές και εταιρικές οντότητες. Είναι ταυτόχρονα ένα από τα πεδία όπου κρίνεται η ικανότητα των ΗΠΑ να επιβάλουν κυρώσεις.

Κίνα και Ρωσία αναπτύσσουν εδώ και χρόνια εναλλακτική συστήματα εκκαθάρισης διεθνών πληρωμών και αυτό θα μπορούσε να ανοίξει έναν δρόμο για δίκτυα συναλλαγών που θα παρακάμπτουν τους διεθνείς θεσμούς και ταυτόχρονα δεν θα στηρίζονται στο δολάριο. Κάτι τέτοιο δεν θα περιόριζε μόνο τον αντίκτυπο των αμερικανικών ή και ευρωπαϊκών κυρώσεων, εφόσον εισαγωγές και εξαγωγές των χωρών που δεν συμμετέχουν στις κυρώσεις θα γίνονταν σε μηχανισμούς που θα επηρεάζονταν από αποφάσεις για κυρώσεις. Μάλιστα, ακόμη και η ΕΕ ενδιαφέρεται για τέτοια συστήματα, εάν αναλογιστούμε για παράδειγμα το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις στο Ιράν, παρότι θα ήθελαν να έχουν συναλλαγές μαζί του.

Όμως, όλα αυτά σημαίνουν και μια αμφισβήτηση της ηγεμονίας του δολαρίου ως διεθνούς νομίσματος αναφοράς. Αυτό είναι βέβαιο ότι οι ΗΠΑ δεν θα αφήσουν εύκολα να περάσει, εάν αναλογιστούμε το δολάριο αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες πλευρές της ισχύος τους, με ανοιχτό το ενδεχόμενο σε πρώτη φάση να προσπαθήσουν να απαιτήσουν από τις χώρες να έχουν αποκλειστική σχέση με το σύστημα SWIFT.

in.gr

Πηγή: newsone.gr