Ηολική επαναφορά των σχέσεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες είναι γεγονός. Μία εποχή κλείνει οριστικά και μία άλλη ανοίγει ξανά – ξανά, επειδή δεν είναι νέα. Συνιστά, αντίθετα, πλήρη και μάλιστα αναβαθμισμένη επιστροφή στην παλαιά «κανονικότητα» των σχέσεων των δύο πλευρών, που είχε ανατραπεί στα χρόνια του Ντόναλντ Τραμπ, τόσο σε σχέση με την ΕΕ, όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Με τον πρώην αμερικανό πρόεδρο να εγκαλεί συστηματικά τους ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, ιδίως τη Γερμανία, για την άρνησή τους να αυξήσουν τα αμυντικά κονδύλια των χωρών τους στα επίπεδα που προβλέπονται από τη Συμμαχία. Ακόμα πιο σημαντικό όμως από το τι συμβαίνει μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ, είναι ένα άλλο γεγονός: ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση ακύρωσε τη διαδικασία μεταστάθμευσης περίπου 15.000 αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία στην Πολωνία. Αυτή βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη έχοντας προκαλέσει εντονότατες αντιδράσεις από το Βερολίνο, που τώρα εισακούστηκαν.

Η δέσμευση Μπάιντεν, που ήδη πραγματοποιείται, να πλεύσει από κοινού με την Ευρώπη, είναι δεδομένη. Και συνιστά μία από τις πιο κεντρικές της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του. Υπάρχουν ζητήματα σχετικά με τη στάση της Ευρώπης έναντι της Κίνας, όπως μεταξύ άλλων και του Ιράν και της Ρωσίας, όμως η διάθεση της Ουάσιγκτον είναι να τα επιλύσει θετικά και όχι συγκρουσιακά με τις Βρυξέλλες. Ολα αυτά, ακούγονται – και είναι – ωραία. Ομως, τι θα συμβεί τη στιγμή που η εφαρμογή τους θα επεκταθεί, αν συμβεί κάτι τέτοιο που είναι πλέον λίαν πιθανό, και στα ελληνοτουρκικά; Ειδικά τη στιγμή που βρίσκεται σε εξέλιξη ο διάλογος τον οποίον κατ’ ουσίαν έχει επιβάλλει το Βερολίνο, χωρίς όμως να καταφέρει να μαζέψει την Τουρκία από τον επιθετικό της αναθεωρητισμό. Ισως και χωρίς να επιχειρήσει, ή, έστω καν να θελήσει να το κάνει.

Αν επέλθει ταύτιση ανάμεσα στο Βερολίνο και την Ουάσιγκτον στα ελληνοτουρκικά και αν οι ΗΠΑ προσθέσουν το βάρος τους στις γερμανικές προσπάθειες, γιατί επί της ουσίας αυτό προσπαθεί η Γερμανία, η εξέλιξη θα είναι ιδιαίτερα δυσμενής για την Ελλάδα. Η γραμμή του Βερολίνου και, κατ’ επέκταση, των Βρυξελλών, είναι πρακτικά ότι η Τουρκία βρίσκεται στο απυρόβλητο. Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις που πολλές φορές απειλήθηκαν για τη στάση της Αγκυρας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου παραπέμφθηκαν στις καλένδες. Η Γερμανία κατάφερε, με εργώδεις προσπάθειες, να καταστείλει κάθε τέτοια προοπτική στο πλαίσιο της ΕΕ σταματώντας, προς στιγμή τουλάχιστον, ακόμα και άλλες χώρες της Ενωσης που τις επιθυμούσαν. Και έχει εξασφαλίσει στους Τούρκους ότι το ευρωπαϊκό μέτωπο θα παραμείνει αδρανές εν όψει την επόμενης συνόδου κορυφής της 25ης Μαρτίου, στο οποίο το ζήτημα είχε, για μία ακόμα φορά, παραπεμφθεί. Αν το Βερολίνο πάρει και τη σφραγίδα των ΗΠΑ στην ελληνοτουρκική πολιτική του στο πλαίσιο αυτής της αμερικανικής ολικής επαναφοράς στις Βρυξέλλες, τα πράγματα θα δυσκολέψουν πολύ.

Η Γερμανία θέλει την Τουρκία ενισχυμένη και παρούσα. Και είναι πιθανό ήδη το Βερολίνο να εργάζεται υπόγεια για την επίλυση και του ζητήματος των ρωσικών πυραύλων ως αυτόκλητος σύμβουλος της Τουρκίας, με σκοπό να την επαναφέρει στον… ίσιο δρόμο και να κλείσει το χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Σε κάθε περίπτωση, με ή χωρίς βοήθεια, φαίνεται τώρα ότι ο Ερντογάν ξεκινά τη μεγάλη στροφή του για τους ρωσικούς πυραύλους S400, έχοντας διαπιστώσει τελεσίδικα ότι είναι απολύτως αδύνατον να του περάσει. Οπως άλλωστε δεν του πέρασε ούτε πριν. Και πλέον το ερώτημα είναι τι ανταλλάγματα θα ζητήσει γι’ αυτό. Γιατί θα ζητήσει.

in.gr

Πηγή: newsone.gr