Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ ζήτησε από την Κίνα την αποφυλάκιση της Τζανγκ Ζαν, κατηγορώντας παράλληλα το Πεκίνο ότι ήθελε να κρύψει την έκταση της πανδημίας.

«Καλούμε την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας να την απελευθερώσει αμέσως και άνευ όρων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μάικ Πομπέο.

«Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα έδειξε για ακόμη μια φορά ότι θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να σωπάσει όσους αμφισβητούν την επίσημη γραμμή του Κόμματος, ακόμα κι αν αυτό αφορά κρίσιμες πληροφορίες για τη δημόσια υγεία», συμπλήρωσε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ.

Νωρίτερα σήμερα και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέκρινε τη φυλάκιση της Ζαν και κάλεσε για την άμεση απελευθέρωσή της.

Συγκεκριμένα η ΕΕ κάλεσε για την άμεση απελευθέρωση της Ζαν, καθώς και για την απελευθέρωση του φυλακισμένου δικηγόρου για τα ανθρώπινα δικαιώματα Γου Ουενσένγκ, και πολλών άλλων κρατουμένων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν καταδικαστεί και ατόμων που ενεπλάκησαν στην παροχή πληροφοριών προς το δημόσιο συμφέρον.

«Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, η κ. Τζανγκ υπέστη βασανιστήρια και κακομεταχείριση στη διάρκεια της κράτησής της και η κατάσταση της υγείας της έχει επιδεινωθεί σοβαρά», ανέφερε σε μια ανακοίνωση εκπρόσωπος του Ύπατου Εκπροσώπου για την Εξωτερική Πολιτικής της 27μελούς ΕΕ.

Η Τζανγκ Ζαν, 37 ετών, κρίθηκε ένοχη για «διαμάχες και πρόκληση ταραχών» σύμφωνα με έναν από τους δικηγόρους υπεράσπισης, τον Ζανγκ Κέκε, ο οποίος παρευρέθηκε στην δίκη της. Το αδίκημα χρησιμοποιείται συνήθως από την κινεζική κυβέρνηση για να στοχεύσει αντιφρονούντες και ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Τζανγκ, πρώην δικηγόρος, ταξίδεψε περίπου 640 χιλιόμετρα από τη Σανγκάη στη Γουχάν στις αρχές Φεβρουαρίου, προκειμένου να παρακολουθήσει δημοσιογραφικά την πανδημία και τα μέτρα για τον περιορισμό της, ακριβώς όταν οι αρχές ξεκίνησαν να ασκούν πιέσεις σε κρατικά και ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης.

Για περισσότερο από τρεις μήνες, κατέγραψε το σκληρό lockdown στη Γουχάν και την πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοί της, από τα υπερπλήρη νοσοκομεία έως τα άδεια καταστήματα. Δημοσίευσε τις παρατηρήσεις, τις φωτογραφίες και τα βίντεό της στο Wechat, το Twitter και το YouTube – τα δύο από τα οποία έχουν αποκλειστεί στην Κίνα.

Οι δημοσιεύσεις της σταμάτησαν απότομα στα μέσα Μαΐου, και αργότερα αποκαλύφθηκε ότι προσήχθη από την αστυνομία και επέστρεψε στη Σαγκάη. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κατά την κράτησή της η Τζανγκ προχώρησε σε απεργία πείνας, στη διάρκεια της οποίας παρέμεινε δεμένη και υποβλήθηκε σε αναγκαστική σίτιση, μεταχείριση που ισοδυναμεί με βασανιστήρια.

Ο δικηγόρος της, Ζανγκ Κέκε, ο οποίος επισκέφθηκε τη Τζανγκ νωρίτερα μέσα στον Δεκέμβριο ενώ ήταν υπό κράτηση, περιέγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Ζανγκ είχε ένα ρινογαστρικό καθετήρα στη μύτη και ένα σωληνάριο στο στόμα της. Είπε ότι τα χέρια της ήταν δεμένα για να την αποτρέψουν από την αφαίρεσή τους και ότι υπέφερε από συνεχείς πονοκεφάλους, πόνους στο στομάχι και στον λαιμό της.

Το CNNi δεν έλαβε αμέσως απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας για τους ισχυρισμούς περί κακομεταχείρισης της Τζανγκ υπό κράτηση.

Ο δικηγόρος της Τζανγκ είπε ότι η δημοσιογράφος παρευρέθηκε στην ακρόαση της Δευτέρας σε αναπηρικό καροτσάκι, καθώς η κατάσταση της υγείας της έχει επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της κράτησής της.

Στο κατηγορητήριο της, οι εισαγγελείς την κατηγόρησαν ότι «δημοσίευσε πολυάριθμα fake news» και έλαβε συνεντεύξεις από υπερπόντια μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου του Radio Free Asia και των Epoch Times, «για να προκαλέσει εσκεμμένα δυσπιστία για την επιδημική κατάσταση της Γουχάν».

Ωστόσο, ο δικηγόρος του Ζανγκ είπε ότι οι εισαγγελείς δεν παρουσίασαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για τα «fake news» για τα οποία κατηγορήθηκε ότι κατασκεύασε κατά τη διάρκεια της δίκης. Πρόσθεσε ότι η πελάτης του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, μίλησε ελάχιστα στις δικασίμους και αρνήθηκε να δηλώσει ένοχη.

Η καταδίκη της Ζανγκ είναι η πρώτη που βλέπει το φως της δημοσιότητας λόγω της δημοσιογραφικής της ιδιότητας στην καταγραφή της πανδημίας του κορωνοϊού. Αλλά δεν είναι η πρώτη εμπλοκή της 37χρονης με τις αρχές.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της, κρατήθηκε δύο φορές για 10 ημέρες το 2019 για «διαμάχες και πρόκληση προβλημάτων», αλλά το έγγραφο δεν παρείχε περαιτέρω διευκρινίσεις.

Μέσω Twitter, τη Δευτέρα, η Βρετανική Πρεσβεία στο Πεκίνο δήλωσε ότι η υπόθεση της Ζανγκ «εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην Κίνα», προσθέτοντας ότι ένας Βρετανός διπλωμάτης προσπάθησε να παραστεί στη δίκη της, αλλά δεν του επετράπη η πρόσβαση.

Η πρεσβεία είπε ότι η Ζανγκ «είναι μία από τους τουλάχιστον 47 δημοσιογράφους που βρίσκονται υπό κράτηση στην Κίνα. Η τοποθεσία άλλων δημοσιογράφων πολιτών – συμπεριλαμβανομένων των Τσεν Τσιούσι και Φανγκ Μπιν – είναι άγνωστη» και προέτρεψε την Κίνα να «απελευθερώσει όλους όσους κρατούνται για τη δημοσιογραφική τους ανταπόκριση».

Μία από τους πολλούς

Η Ζανγκ είναι μία από τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους που έχουν τεθεί υπό κράτηση ή εξαφανίστηκαν στην Κίνα από την αρχή της πανδημίας, καθώς οι αρχές κατέστειλαν τη δημοσιογραφική κάλυψη, ενώ παράλληλα προπαγάνδισαν την «απάντηση» του Πεκίνου στον κορωνοϊό ως αποτελεσματική και έγκαιρη.

Τον Φεβρουάριο, ο Κινέζος δημοσιογράφος, Τσεν Τσιούσι, ο οποίος μετέδιδε ζωντανά βίντεο και ρεπορτάζ από την Γουχάν κατά τη διάρκεια του lockdown στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εξαφανίστηκε. Τον Σεπτέμβριο, αναφέρθηκε ότι βρισκόταν υπό «κρατική εποπτεία». Δύο άλλοι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, ο Λι Ζέχουα και ο Φανγκ Μπιν, συνελήφθησαν επίσης μετά την κάλυψη της επιδημίας της Γουχάν.

«Με το πρόσχημα της καταπολέμησης του νέου κορωνοϊού, οι αρχές στην Κίνα κλιμάκωσαν την καταστολή παρεμποδίζοντας το ανεξάρτητο ρεπορτάζ, την ανταλλαγή πληροφοριών και τα επικριτικά σχόλια σχετικά με τους χειρισμούς της κυβέρνησης, σύμφωνα με δήλωση των «Κινέζων Υπερασπιστών των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» – μιας ομάδας με έδρα το Χονγκ Κονγκ.

Η Κίνα είναι «ο μεγαλύτερος δεσμοφύλακας δημοσιογράφων στον κόσμο», σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (RSF), και ελέγχει στενά τον Τύπο στο εσωτερικό της χώρας, ενώ μπλοκάρει τα περισσότερα ξένα μέσα ενημέρωσης μέσω του «Μεγάλου Τείχους Προστασίας», αυτό τον τεράστιο λογοκριτή της online πληροφόρησης.

Τον Μάρτιο, η Κίνα απέπεμψε δημοσιογράφους από τους New York Times, την Washington Post και τη Wall Street Journal, σε μια πρωτοφανή κίνηση κατά του ξένου Τύπου. Το Πεκίνο ανέφερε ότι η κίνηση -η οποία έλαβε χώρα εν μέσω επικρίσεων για την αρχική αντίδραση της Κίνας στον κορωνοϊό- ήταν απάντηση για τους πρόσφατους περιορισμούς που έθεσε η Ουάσινγκτον σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας κινεζικών κρατικών ΜΜΕ στις ΗΠΑ.

Ωστόσο οι περιορισμοί στον Τύπο δεν έχουν αρθεί και τα κινεζικά κρατικά μέσα έχουν αρχίσει επιτακτικά να προωθούν μια εναλλακτική αφήγηση αναφορικά με την προέλευση της πανδημίας, ισχυριζόμενα ότι ο κορωνοϊός ενδέχεται να είχε εξαπλωθεί εκτός της Γουχάν, επίκεντρο της πανδημίας.

Με πληροφορίες από Chinese journalist who documented Wuhan coronavirus outbreak jailed for 4 years, by Nectar Gan and James Griffiths, CNNi

cnn.gr

Πηγή: newsone.gr