«Το απομεσήμερο που πυροβόλησαν τον Λούκα ντε Ματέις στον επαρχιακό δρόμο για την Πιναούρα Γκράντε, περνούσε απ’ το τρίστρατο ο Τονίνο, μαζί με το γαϊδουράκι του». Είναι η αρχή του 14ου μυθιστορήματος που υπογράφει η Σώτη Τριανταφύλλου – από εκείνες που φιλοδοξούν να κλείσουν μέσα τους το πνεύμα του τόπου και το αίσθημα των χαρακτήρων που ακολουθούν.

Αλλά την ίδια στιγμή είναι και απατηλή. Βρισκόμαστε στη μέση της αφήγησης, in media res. Η οδύσσεια που θα αφηγηθούν οι δύο βασικοί χαρακτήρες δεν διαθέτει φυσικά την επικότητα του πρωτοτύπου. Από τις ρωγμές της, ωστόσο, ανοίγεται ένας κόσμος οικείος στη «βαθιά Μεσόγειο» της βίας, της οπισθοδρόμησης, του πολιτικαντισμού. Σε πρώτη ανάγνωση, το κοινό στοιχείο ανάμεσα στον αστυνόμο Λούκα Ντε Ματέις και τη νεαρή Κοντσέττα Βιτάλε είναι η σικελική καταγωγή τους.

Καθώς, όμως, ξεδιπλώνεται η «περιήγησή» τους σε έναν κόσμο ξένο – έναν κόσμο αυτοεξορίας – οι ήρωες μοιάζουν συμπληρωματικοί. Ζουν σε μια ανεστραμμένη Αρκαδία, όπου το άτομο οφείλει να υποτάσσεται σε νόμους αρχαϊκούς, νόμους του πλήθους, στα πολυβόλα της Μαφίας. Οι Σικελοί – ή μήπως και άλλοι μέσα στη μεσογειακή οικογένεια; – μιλούν χαμηλόφωνα, όχι επειδή έχουν καλούς τρόπους, αλλά επειδή είναι «καχύποπτοι και ύποπτοι». Ο Ντε Ματέις ισχυρίζεται ότι για τη σκληρότητά τους «δεν φταίει η φτώχεια αλλά το σκοτάδι της ψυχής». Η Κοντσέττα συμφωνεί: «Επειδή δεν ξέρουμε τίποτα πέρα απ’ το νησί μας νομίζουμε πως η ζωή είναι κακιά, ψυχρή κι ανάποδη σ’ ολόκληρο τον κόσμο».

Αλλά, όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματα που αντιστέκονται στη «μονοφωνία», και αυτή η εικόνα είναι απατηλή. Κάτω από τον ανελέητο σικελικό ήλιο, με τα εγκλήματα να συμβαίνουν στο φως του, οι μικροϊστορίες των μεμονωμένων αντιηρώων διασώζονται ως το πολύτιμο υλικό απ’ το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα.

Σαν ένα μυθιστόρημα που οι αναγνώστες διαβάζουν πρώτα σε φωτορομάντζο. Οπως οι «Αρραβωνιασμένοι» του Μαντσόνι και η «Ιστορία ενός μαυροσκούφη» του Τζοβάννι Βέργκα, που αγοράζει στο τέλος η Κοντσέττα.

Στην πραγματική Σικελία της δεκαετίας του 1950 κυριαρχούν η βία, η Μαφία και οι φόνοι. Στο μυθιστόρημά σας κυριαρχούν μάλλον η ειρωνεία, το χιούμορ και μια παιχνιδιάρικη στοχαστικότητα των ηρώων, ακόμη και όταν αναφέρονται στην πραγματική Ιστορία. Είναι ένας τρόπος για να υπονομεύσετε τις βεβαιότητες και τους νόμους που συνήθως περιμένουμε από την ανάγνωση της Ιστορίας;

Tο μυθιστόρημα δεν είναι ιστορική αφήγηση· είναι ένας, όσο το δυνατόν πιο έμμεσος και περίτεχνος τρόπος να περιγράψουμε την ανθρώπινη κωμωδία -και την τραγωδία φυσικά, αν και στη συγγραφή οι δύο διαθέσεις συγχέονται. Το «Σικελικό ειδύλλιο» έχει ειρωνικό τίτλο: η Σικελία της εποχής δεν ήταν ειδυλλιακή, και σίγουρα δεν υπάρχει στην πλοκή ρομάντζο ή κάποια βουκολική Αρκαδία. Ο τόνος δίνεται από αυτόν τον τίτλο και, όπως κάνω συνήθως, στην ιστορία δείχνω κάποια κατανόηση για τα ανθρώπινα λάθη και τις αδυναμίες. Χωρίς λάθη και αδυναμίες δεν έχουμε πλοκή, συγκρούσεις και μυθιστόρημα.

Το «Σικελικό ειδύλλιο» παραπέμπει πιθανότατα στη Σικελία του Θεόκριτου και την Αρκαδία του Βιργιλίου, στα ποιμενικά ειδύλλιά τους. Ολα εκεί συμβαίνουν το μεσημέρι, την ώρα της «ησυχίας». Το μυθιστόρημά σας ξεκινάει το «απομεσήμερο» με έναν φόνο. Πώς προέκυψε η ιδέα να «αναποδογυρίσετε» τον όμορφο, βουκολικό κόσμο του έρωτα και του τραγουδιού;

Στην αρχή σκέφτηκα να βάλω τίτλο «Δυτικά των Συρακουσών» για να αναφερθώ εμμέσως στην ποίηση του Θεόκριτου. Ο Ντε Ματέις επαναλαμβάνει ότι «δυτικά των Συρακουσών», δηλαδή η δυτική Σικελία όπου η Μαφία ήταν πάντοτε πιο ενεργή, «είναι Ανατολή, όχι Ευρώπη». Η Σικελία, όπως και πολλά μέρη της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου, ανατρέπουν από την ίδια τους την ιστορία τον μύθο του ποιμενικού ειδυλλίου. Τα χειρότερα εγκλήματα δεν διαπράττονται στο σκοτάδι της νύχτας αλλά μέρα μεσημέρι.

Ο Ντε Ματέις λέει τη μια στιγμή «ο ταγματάρχης Νάβολα, κάπως έτσι τον έλεγαν» και λίγο μετά «δεν τον έλεγαν Νάβολα… Καμιά σημασία δεν έχει, απλώς θυμήθηκα το όνομα». Είναι μια πρωτοπρόσωπη διήγηση με έντονη προφορικότητα, αλλά η ιστορία έτσι όπως τη θυμούνται οι ήρωες δεν παύει να είναι συγκεχυμένες αναμνήσεις. Την ίδια ώρα που θυμούνται την ιστορία είναι και σαν να τη γράφουν, σαν να την «επιμελούνται»;

Είμαστε όλοι αναξιόπιστοι αφηγητές της ζωής μας. Οπως έλεγε ο Μαξ Φρις, σκαρώνουμε μια βιογραφία και ύστερα μπαίνουμε μέσα της. Το τι είναι «αληθινό» και το τι δεν είναι μάς αφήνει τελικά αδιάφορους. Οι συγγραφείς έχουν εντονότερη αυτή την τάση: οι λεπτομέρειες της ζωής, της πραγματικότητας, αποκτούν συμπαντική σημασία.

Ακόμη και αν οι αναλογίες με την ελληνική επαρχία και τη μετεμφυλιακή ιστορία δεν ήταν εξαρχής στόχος σας, φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή δημιουργούνται για έναν αναγνώστη. Είναι σαν να λέτε ότι δεν αλλάζει μια κοινωνία στο σύνολό της ή δεν περνάει στον επόμενο αιώνα. Τμήματά της μπορεί να μένουν «κολλημένα» στο παρελθόν. Η σύγχρονη εικόνα της Ελλάδας συνηγορεί για κάτι τέτοιο;

Παρότι γράφω συχνά για τόπους εκτός Ελλάδας, η Ελλάδα με απασχολεί πολύ. Αν και ίσως λιγότερο από ό,τι στο παρελθόν όταν ήμουν κάπως πιο αισιόδοξη για την εξέλιξή μας. Κάθε βήμα της ιστορίας μας, κάθε εμπόδιο και κρίση, αποδεικνύει ξανά και ξανά πόσο αργά προχωρούμε: κάναμε ένα μεγάλο άλμα από την επαφή μας με τις άλλες χώρες της Ευρώπης και ύστερα καθηλωθήκαμε πάλι. Χριστιανικός φανατισμός, οθωμανικά κατάλοιπα, έξαλλη αριστεροσύνη, συνωμοσιολογία, κοινωνικό μίσος, γηραλέος συντηρητισμός, προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Αντριλίκια, μαγκιές… Βαθιά Μεσόγειος… Αλλά, όπως στις περισσότερες χώρες, υπάρχει κι ένα λαμπρό κομμάτι: δημιουργικοί νέοι και τρομερές γυναίκες που δεν θυμίζουν την υποτακτικότητα και την ηττοπάθεια των μητέρων μας. Έτσι κι αλλιώς, με το πέρασμα του χρόνου μερικά πράγματα βελτιώνονται ενώ άλλα χειροτερεύουν.

«Ο κόσμος φοβάται να μιλήσει δυνατά… από ψιθύρους και μουρμουρητά άλλο τίποτα… Επειδή είμαστε καχύποπτοι και ύποπτοι». Προσωπικά τι φοβάστε περισσότερο; Τον θόρυβο που δημιουργείται, για παράδειγμα, στους νέους «πολιτισμικούς πολέμους» της εποχής μας ή τους ψιθύρους σε περίκλειστες κοινότητες;

Ολα αυτά είναι επικίνδυνα για τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πιστεύω ότι για τα πράγματα που επιδεινώνονται ευθύνονται κυρίως η εθελοτυφλία και η δειλία, η άρνησή μας να ονοματίζουμε τα πράγματα. Επίσης, παίζουν καταστροφικό ρόλο τα ηλεκτρονικά δίκτυα: υπονομεύουν κάθε γνώση, αυθεντία και ευπρέπεια.

Οι δύο χαρακτήρες είναι μόνο φαινομενικά αντιθετικοί. Περισσότερο λειτουργούν συμπληρωματικά. Αν ισχύει αυτό, η τελική εξέλιξη της ιστορίας, παρόλο που περιέχει έναν θάνατο, περιλαμβάνει και την υπόσχεση της επιβίωσης σαν την άλλη πλευρά του νομίσματος. Το είχατε επιλέξει από την αρχή ή προέκυψε κατά τη διαδικασία συγγραφής;

Η Κοντσέττα και ο Ντε Ματέις είναι πρόσωπα σε δυο πλευρές του καθρέφτη κι ανάμεσά τους δημιουργείται μια ανεπαίσθητη αμφισημία. Διέπονται από τις ίδιες αρχές, μόνο που η Κοντσέττα είναι πολύ μικρή για να έχει πλήρη επίγνωση των αρχών της. Δεν μπορεί να τις διατυπώσει, μπορεί όμως να τις εφαρμόσει. Από την αρχή έφτιαξα δυο πρόσωπα που θα ήθελα να γνωρίσω και που τα εκτιμούσα και τα θαύμαζα. Το θάρρος και η εντιμότητα είναι οι ελκυστικότερες ανθρώπινες αρετές.

Οι ήρωες του ιταλικού κινηματογράφου είναι πανταχού παρόντες στη διήγηση. Η Κοντσέττα λέει κάπου: «Ο κινηματογράφος μ’ αρέσει όσο η εκκλησία». Αυτός, λοιπόν, είναι ένας κόσμος βασισμένος στο θέαμα, την πίστη και την παρατήρηση των άλλων. Μπορεί την ίδια στιγμή να είναι αληθινός;

Για την Κοντσέττα, όπως και για μένα όταν ήμουν μικρή, ο κινηματογράφος ήταν η αλήθεια, ενώ ο κόσμος έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες ήταν αμφίβολος και ελλειμματικός: ήθελε διόρθωμα, μοντάζ, επιχρωματισμό και μουσική επένδυση. Και η ζωή της Κοντσέττα στο Ριβοντόρο τα χρειάζεται όλα αυτά για να γίνει ανεκτή. Όσο για την εκκλησία, της αρέσει για τα αρώματα και τα αγάλματα -η Κοντσέττα έχει ταλέντο ζωής, ενώ ο Ντε Ματέις πηγαίνει στη Σικελία για να πεθάνει.

Ο Λούκα Ντε Ματέις θεωρεί τον κινηματογράφο «κάθαρση», επικαλείται στίχο του Αισχύλου, χωρία της «Αινειάδας» για τον τάφο του Πολύδωρου κ.ά. Ενας αστυνομικός που θα ήθελε να γράφει αστυνομικά, αλλά τελικά διαβάζει Σαίξπηρ. Εσείς προσωπικά είστε πιο κοντά με τους Λούκα Ντε Ματέις αυτού του κόσμου; Θέλετε να ξέρετε ότι κάπου υπάρχουν αστυνομικοί που διαβάζουν αρχαίες τραγωδίες;

Ο Ντε Ματέις είναι σύνθετο πρόσωπο που έχω συναρμολογήσει από μια σειρά ιστορικά θύματα της Μαφίας, από αληθινούς ήρωες που βρήκαν τον θάνατο μέσα στη γενική αδιαφορία και στην ομερτά. Στον χώρο της λογοτεχνίας -όχι της «αστυνομικής»- υπάρχουν αρχέτυπα που ξεπερνούν την πεζή εικόνα του αστυνομικού ντετέκτιβ των φτηνών βιβλίων τσέπης ή την ρομαντικοποιημένη του αμερικανικού νουάρ. Ο Ντε Ματέις είναι σταυροφόρος εναντίον της Μαφίας, δεν είναι απλός καραμπινιέρος. Δεν λύνει μυστήρια, ούτε κυνηγάει έναν δολοφόνο – εκπροσωπεί το Καλό, όχι τον Νόμο και την Τάξη.

Οι αναγνώστες, όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, έχουμε αναπόφευκτα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ήξερε εξαρχής πού ήθελε να το πάει. Πόσο ισχύει αυτό για εσάς όταν γράφετε;

Νομίζω ότι ο κάθε συγγραφέας προχωρεί διαφορετικά. Εγώ συλλαμβάνω το βιβλίο στο κεφάλι μου και ύστερα το εκτελώ. Οι διαφορές και οι διακυμάνσεις της ιστορίας και των ηρώων είναι μικρές. Κάπου-κάπου ίσως αλλάζω αποφάσεις αλλά γενικά ακολουθώ ένα σχήμα που έχω προδιαγράψει.

Το μυθιστόρημα δεν παύει να είναι μια συναρπαστική αφήγηση που διεκδικεί τον δικό της χρόνο «κλέβοντας» τον αναγνώστη για λίγο από την πραγματικότητα. Τι έχετε διαβάσει πρόσφατα – ή είδατε από ταινίες και σειρές – που έκλεψε τον δικό σας χρόνο;

Διαβάζω Νordic noir. Παρότι γράφω για τη Σικελία και τα ηλιόλουστα τοπία, με συγκινεί πολύ ο Αρκτικός Κύκλος και οι εναλλαγές φωτός και σκοταδιού στον Βορρά. Το βιβλίο «Σπάνιες γαίες» η ιστορία του οποίου με οδήγησε στο Μούρμανσκ της βορειοδυτικής Ρωσίας ήταν κάτι που έχω καταγράψει σαν μια υπέροχη περιπέτεια.

Πηγή: newsone.gr