Της Ελευθερίας Κούρταλη

Οι εξελίξεις στην Τουρκία οι οποίες έχουν οδηγήσει σε συνωστισμό των επενδυτών στην έξοδο από τη χώρα, κινδυνεύουν να στείλουν τις τουρκικές τράπεζες στα πρόθυρα της κατάρρευσης καθώς η θέση τους για να αντιμετωπίσουν την κρίση που εκτιμάται ότι θα προκύψει στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας, είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια της νομισματικής κρίσης του 2018.

Κρίσιμο θεωρείται το διάστημα Απριλίου και του Μαΐου, όπως προειδοποιούν οι αναλυτές, όταν ο κλάδος πρέπει να εξοφλήσει 7,3 δισ. δολάρια σε αποπληρωμή χρέους. Χωρίς αμφιβολία οι αναταράξεις στις τουρκικές τράπεζες και στην τουρκική οικονομία γενικότερα έχουν άμεσες συνέπειες στις τράπεζες αλλά και στους τραπεζικούς κλάδους των χωρών που έχουν μεγάλη έκθεση στην Τουρκία.

Το sell-off θα συνεχιστεί

Όπως σημειώνει σε νέα της έκθεση η Capital Economics για τις τράπεζες της Τουρκίας, το ισχυρό sell-off στα τουρκικά περιουσιακά στοιχεία και την τουρκική λίρα που προκλήθηκε από την απόφαση του Ερντογάν να καθαιρέσει τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας Νατσί Αγκμπάλ είναι πιθανό να συνεχιστεί τις επόμενες εβδομάδες. Ωστόσο, πιστεύει ότι η μετάδοση σε άλλες αναδυόμενες αγορές θα παραμείνει περιορισμένη καθώς η αναταραχή στην Τουρκία έχει να κάνει με ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες.

Αν και ο οίκος δεν έχει ακόμη επικαιροποιήσει τις προβλέψεις του για τα τουρκικά assets μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ωστόσο, το μόνο βέβαιο είναι, όπως αναφέρει, ότι οι τουρκικές μετοχές, τα ομόλογα και η λίρα θα σημειώσουν περαιτέρω βουτιά το τρέχον έτος. Επίσης, η νομισματική πολιτική θα είναι πιθανότατα πιο χαλαρή και ο πληθωρισμός υψηλότερος από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως, κάτι που θα χτυπήσει άμεσα τη λίρα και τα κρατικά ομόλογα της χώρας.

Σοβαρός ο κίνδυνος για τις τουρκικές τράπεζες

Επιπλέον, τα ασφάλιστρα κινδύνου για τα τουρκικά περιουσιακά στοιχεία και τη λίρα είναι επίσης πιθανό να αυξηθούν περαιτέρω κατά την άποψή της. Η ξαφνική απομάκρυνση του Αγκμπάλ κατέδειξε το απρόβλεπτο της οικονομικής πολιτικής της Τουρκίας. Ίσως το πιο σημαντικό, η μεγάλη εξωτερική “εξάρτηση” της τουρκικής οικονομίας σημαίνει ότι υπάρχει πλέον πολύ υψηλός κίνδυνος πλήρους κρίσης του ισοζυγίου πληρωμών. Περαιτέρω απότομες πτώσεις στη λίρα θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν σοβαρό πρόβλημα για τις τράπεζες της Τουρκίας.

Η ξαφνική απόλυση του διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας προκάλεσε απότομη πτώση στη λίρα και πιο σφιχτούς όρους εξωτερικής χρηματοδότησης, όπως επισημαίνει η Capital Economics. Οι επενδυτές έχουν στείλει ήδη ένα σαφές μήνυμα για την άποψή τους σχετικά με τις αποφάσεις Ερντογάν. Ο τραπεζικός τομέας είναι μια βασική πηγή ευπάθειας και αναμφισβήτητα φαίνεται πιο εκτεθειμένος από ό,τι ήταν πριν από την κρίση του 2018, όπως εξηγεί.

Οι τουρκικές τράπεζες έχουν λάβει πολλά δάνεια σε ξένο νόμισμα τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν “προβληματικά” μετά την απότομη πτώση της λίρας. Και οι αυστηρότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν τα δάνεια των τουρκικών τραπεζών, προσθέτει η Capital Economics.

Το “βουνό” των εξωτερικών δανείων

Πάντως, η μεγάλη ανησυχία δεν είναι το γεγονός ότι τα δάνεια των τραπεζών θα “κοκκινίσουν”.  Τα δάνεια συναλλάγματος είναι αυστηρά ρυθμιζόμενα και, παρά τις απότομες πτώσεις της λίρας τα τελευταία χρόνια, το μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ξένο συνάλλαγμα είναι χαμηλό στο 1,1%. Τα επισφαλή δάνεια θα πρέπει να αυξηθούν απότομα προτού οι δείκτες κεφαλαίου των τουρκικών τραπεζών πέσουν κάτω από το ελάχιστο επίπεδο των εποπτικών απαιτήσεων.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το μεγάλο βάρος των τραπεζών των εξωτερικών δανείων (σε ξένο νόμισμα) που λήγουν. Τα βραχυπρόθεσμα εξωτερικά χρέη των τραπεζών (δηλαδή αυτά που λήγουν εντός του επόμενου έτους) ανέρχονται σε 88,7 δισεκατομμύρια δολάρια ή 12,5% του ΑΕΠ. Το κρίσιμο διάστημα είναι αυτό του Απριλίου και του Μαΐου, όπως προειδοποιεί η Capital Economics, όταν πρέπει να εξοφληθούν 7,3 δισ. δολάρια σε αποπληρωμή χρέους.

πι'΄[οπ

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τουρκικές τράπεζες κατάφεραν να εξασφαλίσουν κοινοπρακτικά δάνεια στο αποκορύφωμα της παγκόσμιας αναταραχής που προκάλεσε η πανδημία περίπου την ίδια περίοδο πέρυσι. Αλλά αν το κόστος δανεισμού αυξηθεί σε απαγορευτικά  επίπεδα τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες, οι τουρκικές τράπεζες είναι σε αδύναμη θέση να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

Προκειμένου να καλυφθούν οι αποπληρωμές του εξωτερικού χρέους κατά τη διάρκεια της νομισματικής κρίσης του 2018, οι τράπεζες απέσυραν τα assets σε ξένο νόμισα που είχαν στην κεντρική τράπεζα και δεν έχουν ξανακτιστεί πλήρως τα τελευταία δύο χρόνια και αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ του βραχυπρόθεσμου εξωτερικού χρέους. Τα άλλα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών συνίστανται κυρίως σε μη ρευστά δάνεια που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξυπηρέτηση χρεών και τα χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας σημαίνουν ότι δεν είναι σε θέση να παρέμβει.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες με τη μεγαλύτερη έκθεση στην Τουρκία

Όπως επισημαίνει η Deutsche Bank σε σημερινή της έκθεση, μετά τις πρόσφατες αλλαγές στην κεντρική τράπεζα της Τουρκίας και την αποδυνάμωση της τουρκικής λίρας, εξετάζει τα “ανοίγματα” των ευρωπαϊκών τραπεζών στη χώρα. Τα “ανοίγματα”, τονίζει, συγκεντρώνονται μεταξύ πέντε καλά διαφοροποιημένων ευρωπαϊκών τραπεζών. Επιπλέον, τα τουρκικά ανοίγματα αυτών των τραπεζών έχουν μειωθεί (σε κάποιες περιπτώσεις σημαντικά) από την τελευταία σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας το 2018. Ως εκ τούτου, εκτιμά πως η τρέχουσα αναταραχή στην Τουρκία είναι διαχείριση για τις τράπεζες της Ευρώπης που έχουν έκθεση σε αυτήν.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της BIS (της τράπεζας διεθνών διακανονισμών), η ισπανική BBVA είναι η τράπεζα με τη μεγαλύτερη έκθεση στην Τουρκία και ενδέχεται να δεχτεί χτύπημα από τη βουτιά της λίρας. Ήδη από χθες η μετοχή της δέχεται ισχυρές πιέσεις έχοντας υποχωρήσει σε χαμηλά δύο μηνών.

Οι ισπανικές τράπεζες έχουν με διαφορά τη μεγαλύτερη έκθεση δανείων στην Τουρκία σε σχέση με τις υπόλοιπες τράπεζες της Δύσης, η οποία φτάνει τα 60 δισ. δολ, και ακολουθούνται από τις τράπεζες της Γαλλίας (26 δισ. δολ), του Ηνωμένου Βασιλείου (13,5 δισ. δολ.), της Γερμανίας (12,8 δισ. δολ.), της Ιαπωνίας (10,2 δισ. δολ.) και των ΗΠΑ ( 9,6 δις. δολ.). Να αναφέρουμε πως η έκθεση της Ελλάδας στην Τουρκία, σύμφωνα με την BIS, είναι στα μόλις 5 εκατ. δολάρια.

Τα δάνεια των πελατών της BBVA στην Τουρκία διαμορφώθηκαν στα 37,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2020, πάνω από 10% του συνόλου των δανείων του ομίλου ενώ κατέχει μερίδιο σχεδόν 50% στην Garanti Bankasi.  Ακολουθεί η ING με assets στην Τουρκία ύψους 7,3 δισ. ευρώ, η UniCredit η οποία κατέχει το 20% της τουρκικής τράπεζας Yapi Kredi, και η BNP Paribas η οποία έχει διάφορες δραστηριότητες στην Τουρκία (retail, leasing, ασφάλειες) ενώ κατέχει το 50% της

TEB Holding μαζί με την Colakoglu Group – αν και η γαλλική τράπεζα ανακοίνωσε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της στη χώρα αυτοχρηματοδοτείται. Η πέμπτη ευρωπαϊκή τράπεζα με μεγαλύτερη έκθεση στην Τουρκία είναι η βρετανική HSBC η οποία βέβαια την έχει μειώσει το τελευταίο διάστημα ενώ έχει δηλώσει την πρόθεσή της να αποχωρήσει εντελώς από τη χώρα.

capital.gr

Πηγή: newsone.gr