Οταν θα κοιτάζω πίσω όσα έκανα στην πολιτική μου ζωή, δεν θέλω να σκεφτώ πως έκανα τα πάντα για τη δική μου καριέρα και τίποτα για τις άλλες γυναίκες», δήλωνε το 2005, λίγο πριν γίνει η πρώτη γυναίκα καγκελάριος της Γερμανίας. Τώρα που ο πολιτικός της κύκλος κλείνει, και οι απολογισμοί γίνονται αναπόφευκτοι, επανέρχεται δριμύτερο εκείνο το ερώτημα που είχε θέσει στην ίδια η συντονίστρια ενός πάνελ: είναι φεμινίστρια η Ανγκελα Μέρκελ; Και τι έκανε, πράγματι, τα τελευταία 16 χρόνια, «για τις άλλες γυναίκες»;

Η αμήχανη απάντηση που είχε δώσει η καγκελάριος σε εκείνο το δημόσιο ερώτημα προ τετραετίας τής είχε εξασφαλίσει τον τίτλο της «απρόθυμης φεμινίστριας»: «Για να είμαι ειλικρινής», είχε πει έπειτα από σκέψη, «η ιστορία του φεμινισμού είναι μία ιστορία με την οποία βρίσκω κοινό έδαφος αλλά και διαφορές και δεν θέλω να εξωραΐσω τον εαυτό μου με έναν τίτλο που δεν μου ανήκει». Κατόπιν, βέβαια, όταν μία άλλη συμμετέχουσα στο πάνελ, η βασίλισσα Μαξίμα της Ολλανδίας, προσπάθησε να εξηγήσει πως φεμινιστής είναι όποιος θέλει «όλες οι γυναίκες να έχουν ελευθερία επιλογών και ευκαιρίες, που να μπορούν να εκμεταλλευτούν ώστε να είναι ευτυχισμένες και υπερήφανες για τον εαυτό τους», η Μέρκελ έσπευσε να δηλώσει ανακουφισμένη: «Τότε είμαι κι εγώ!». Ο γερμανικός Τύπος έτρεξε με τη σειρά του να εξηγήσει στο διεθνές κοινό «γιατί δεν αρέσει η λέξη «φεμινισμός» σε Γερμανίδες όπως η καγκελάριος», επικαλούμενος το σοσιαλιστικό αφήγημα περί ίσων δικαιωμάτων στη γενέτειρά της, την Ανατολική Γερμανία, αλλά και την ταύτιση του φεμινισμού με τη μισανδρία από πολλούς στη Δυτική Γερμανία. Αλλά τι είναι ένα όνομα;

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει πως η Ανγκελα Μέρκελ ενέπνευσε και εμπνέει με το παράδειγμά της, «το πνεύμα που θάρρους και της ηγεσίας» που ενσαρκώνει, σύμφωνα με μία δεδηλωμένη φεμινίστρια, την Κριστίν Λαγκάρντ, πολλές γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα ο πολιτικός της δρόμος, όταν ανέλαβε την ηγεσία του CDU, το 2000, η γερμανική πολιτική ήταν ξεκάθαρα ανδροκρατούμενη. Το επιβεβαιώνει το παρατσούκλι που τη συνόδευε αρχικά, «Το Κορίτσι του Κολ» – όπως επίσης, τρόπον τινά, εκείνο που το αντικατέστησε στην πορεία, «Mutti», «Μητερούλα». Το επιβεβαιώνει και μία δήλωση της ίδιας: «Κανείς δεν γελάει πια αν ένα κορίτσι πει πως θέλει να γίνει καγκελάριος». Μπορεί η Μέρκελ να αποφεύγει την ετικέτα της φεμινίστριας, όπως άλλωστε και κάθε άλλη πέραν των αρχικών του κόμματός της, υπερασπίζεται ωστόσο ανοιχτά την ισότητα ως αδιαμφισβήτητο στόχο. Με τι αποτελέσματα;

Παρότι η καγκελάριος θεωρούσε νεότερη τις ποσοστώσεις κάτι «υποτιμητικό» για τις γυναίκες, η γερμανική κυβέρνηση επέβαλε υπό την ηγεσία της στα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων ένα 30% γυναικών. Ο πρώτος συνασπισμός της υιοθέτησε επίσης το 2006 τον Νόμο Ισης Μεταχείρισης και δημιούργησε μία ομοσπονδιακή υπηρεσία κατά των διακρίσεων. Η Μέρκελ επέκτεινε τη γονική άδεια (υποχρεώνοντας μεταξύ άλλων και τους πατεράδες να παίρνουν άδεια προκειμένου να δικαιούται η οικογένεια τη μέγιστη κρατική βοήθεια) και τις εγγυήσεις παιδικής μέριμνας. Από την άλλη πλευρά, στην Μπούντεσταγκ που προέκυψε από τις εκλογές του 2017, οι γυναίκες εκπροσωπούν μόλις 31% του συνόλου, το χαμηλότερο ποσοστό από το 1998. Και παρότι η οπισθοχώρηση αυτή αποδίδεται πρωτίστως στην είσοδο της ανδροκρατούμενης AfD, ευθύνη έχουν και οι συντηρητικοί: μόνο 20% των βουλευτών τους είναι γυναίκες. Αντίθετα με ό,τι έκαναν Αριστερά και Πράσινοι, κατά τη 18χρονη θητεία της στην κεφαλή του CDU, η καγκελάριος αρνιόταν πάντα την επιβολή ποσοστώσεων γυναικών στα κοινοβουλευτικά ψηφοδέλτια.

Κάποιοι επιμένουν πως η Ανγκελα Μέρκελ συνεισέφερε στην ισότητα των φύλων περισσότερα από ό,τι όλοι οι προκάτοχοί της μαζί. Και άλλοι – συμπεριλαμβανομένης της ίδιας – αναγνωρίζουν πως θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα. Το μεγάλο ερώτημα από εδώ και στο εξής, είναι αν η θητεία της πρώτης γυναίκας καγκελαρίου, όσο σημαντική και μακροχρόνια και αν ήταν, θα αποδειχθεί μία απλή παρένθεση στη Γερμανία.

in.gr

Πηγή: newsone.gr